Show menu

ΑΡΧΕΙΟ

Cheryl Studer -Πρόεδρος

Διάσημη στην πατρίδα της και την Ευρώπη, η Αμερικανίδα υψίφωνος Cheryl Studer είναι από τις πλέον περιζήτητες ερμηνεύτριες στις διεθνείς λυρικές σκηνές. Γεννημένη στο Μίντλαντ του Μίσιγκαν, σπούδασε πιάνο και βιόλα και στην ηλικία των δώδεκα ετών ξεκίνησε μαθήματα φωνητικής. Η ανοδική πορεία στην καριέρα της ξεκίνησε το 1979, όταν ο Seji Ozawa εντυπωσιάστηκε από τη νεαρή σοπράνο και της πρότεινε μία σειρά συναυλιών με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστόνης. Έκτοτε εμφανίζεται στα πλέον περιώνυμα λυρικά θέατρα, όπως η Σκάλα του Μιλάνου, το Κόβεντ Γκάρντεν, η Μετροπόλιταν, η Κρατική Όπερα της Βιέννης, η Γκράντ Οπερά του Παρισιού, καθώς και στα πιο γνωστά Φεστιβάλ, όπως του Ζάλτσμπουργκ, του Μπαϊρόιτ και του Μονάχου. Επίσης, έχει εμφανιστεί ως σολίστ με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης, του Βερολίνου, του Τόκυο, του Λονδίνου, της Φιλαδέλφειας, της Ακαδημίας της Σάντα Τσετσίλια κ.ά. Η πρώτη της εμφάνιση στο Κάρνεγκι Χωλ ήταν το 1994, όπου και επανήλθε δύο χρόνια αργότερα με τη Staatskapelle της Δρέσδης υπό τη διεύθυνση του Giuseppe Sinopoli.

Στο ευρύτατο ρεπερτόριό της περιλαμβάνονται η Αΐντα και η Αραμπέλλα που ερμήνευσε στο Κόβεντ Γκάρντεν, η Μαρσαλίν και η Χρυσόθεμις στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, η Ζέντα και η Ζιγκλίντε  στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ το 1999 και 2000 αντίστοιχα. Μετά από τη θριαμβευτική της εμφάνιση ως Μαρσαλίν στην Κρατική Όπερα της Βιέννης, ακολούθησε Η Αριάδνη στη Νάξο στην Ιαπωνία, Ο Ιππότης με το Ρόδο στη Μετροπόλιταν, η Γυναίκα δίχως σκιά και οι Βαλκυρίες στη Βιέννη και τη Δρέσδη, όπου τραγούδησε επίσης Ιπτάμενο Ολλανδό και Ιππότη με το Ρόδο, έπειτα Τανχώυζερ σε Αμβούργο, Μόναχο και Ρίο ντε Τζανέιρο, Φιντέλιο στη Θεσσαλονίκη, για να αναφέρουμε μερικούς μόνο από τους πολυάριθμους ρόλους και παραστάσεις της. Διθυραμβικές ήταν οι κριτικές στη Ζυρίχη, όταν τραγούδησε Αραμπέλλα, αλλά και για την εμφάνισή της με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, όπου ερμήνευσε τα Τέσσερα τελευταία τραγούδια του R. Strauss.

H Cheryl Studer έχει τιμηθεί με πολλά διεθνή βραβεία, όπως το βραβείο του Ινστιτούτου Franz Schubert για την εξαιρετική ερμηνεία της στο Lied, το High Fidelity Musical American Prize, το Grand Prix du Disque, το Βραβείο Μαρία Κάλλας (1989) για τη θαυμάσια ερμηνεία της ως Ζιγκλίντε στις Βαλκυρίες (ΕΜΙ) και ως Αυτοκράτειρα στη Γυναίκα δίχως σκιά (ΕΜΙ) και το 1992 το βραβείο Edison για την ηχογράφηση της Σαλώμης (Deutsche Grammophon). Το ίδιο έτος τιμήθηκε με το Βραβείο International Classical Music ως η καλύτερη τραγουδίστρια της χρονιάς (ήταν η πρώτη καλλιτέχνις που το έλαβε) για να ακολουθήσει το 1992, το βραβείο Wilhelm Furtwängler. Πιο πρόσφατα, της έχει απονεμηθεί το βραβείο Terras sem Sombre (2011) καθώς και το Ovation Award (2012)  για το σύνολο του έργου της.
Από το 2003 είναι καθηγήτρια φωνητικής στο Μουσικό Πανεπιστήμιο του Βoύρτσμπουργκ, έχοντας πρόσφατα προσθέσει μαθήματα όπως η Σκηνική Τέχνη και η Σκηνική Παρουσία στη διδακτική της «ύλη». Παράλληλα, διδάσκει σε ανώτερα σεμινάρια διεθνώς, ενώ συχνά αποτελεί μέλος Κριτικής Επιτροπής σε διεθνείς διαγωνισμούς όπερας.

Τη φετινή  καλλιτεχνική περίοδο γιορτάζει τα σαράντα τρία χρόνια της επαγγελματικής της σταδιοδραμίας. Οι πιο πρόσφατες εμφανίσεις της περιλαμβάνουν το ρόλο της Αδελαΐδας στην Αραμπέλλα   στην Κρατική Όπερα του Αμβούργου, τη Νέτι Φόουλερ στο Καρουσέλ στη Βασιλεία της Ελβετίας, την Επιστάτρια και την Έμπιστη στη βραβευμένη παραγωγή της Ηλέκτρας του R. Strauss με σκηνοθέτη τον Patrice Chereau στην Κρατηική Όπερα του Βερολίνου, υπό τη διεύθυνση του Daniel Barenboim.